Thursday 9 September 2021

συγκατάθεση στο περίπου

Σχεδόν. Σχεδόν σπίτι, σχεδόν η πόλη μου, σχεδόν οι φίλοι μου.
Οι παρέες, σχετικό, ίσως σχεδόν να μου ταιριάζουν.
Είμαι ο εαυτός μου στο περίπου. Η εαυτή μου κατά προσέγγιση.
Μοιάζει να μου αξίζει η ανεπάρκεια, αλλά όχι και εντελώς. Γιατί-
όχι, άστο, δεν είμαι τελείως νάρκισση- 
Αν ήμουν ολοκληρωτικά, θα την πάλευα. Ο κόσμος θα ήταν ακριβώς
πλασμένος για εμένα, αλλά εγώ το ζω στο περίπου. Σχεδόν ζω, δηλαδή,
γιατί οριακά περνάω καλά. Η αισιοδοξία μου είναι τόσο βαθιά και μεγάλη,
τόσο δοτική απ' τα θεμέλια, που οριακά έχω αρχίσει να πιστεύω πως ο εαυτός 
μου με κοροϊδεύει. Μου στέλνει δολώματα. Με ψαρεύει όπως
με ψάρεψε η πλάνη της αιωνιότητας της σκέψης. Πριν τα σχεδόν,
τα περίπου, η Εγώ ήταν παρορμητικά και ατίθασα ολόκληρη. Με 
έπαρση πρόβαλλε την τελειότητα της ολότητας. Η αλαζονεία δεν
χωρούσε αμφιβολίες. Δεν θα μείνεις μόνη ποτέ αν δεν εγκαταλείψεις εσύ 
τις Εγώ. Με ξεγέλασε το μυαλό μου, γιατί πίστεψε στην αθανασία. Μετά,
όταν οι Εσύ έφυγαν, ήρθαν τα σχεδόν, όλα μαζί, ήρθαν εξεγερμένα. 
Αν αναρωτιέστε πώς μπορεί να προκάλεσα μέσα σε τόσο μικρό χρονικό
διάστημα την οργή της αβεβαιότητας, ελάτε να δείτε
πώς έχω ζήσει και πώς έχω πάρει αποφάσεις. Ελάτε να δείτε τις αλαζονικές
επιλογές μου, να μου πείτε κι εσείς αν αδικείτε το κίνημα των περίπου.
Που ξεσηκώθηκε εναντίον μου. Ένα ολόκληρο κίνημα, μια εξοργισμένη πλατεία
από αμφιβολίες, από ανεπάρκεια, συντάχθηκε για να με εκθρονίσει. Τι
ήταν αυτό που με έκανε να πιστέψω
πως πάντα θα κυριαρχώ;
Κουτή βασίλισσα της τρέλας μου. Η τρέλα είναι ένα βασίλειο ανεξάρτητο, δεν
μου ανήκει, δεν μας ανήκει. Πρέπει να το κατακτάς με αξιοπρέπεια, αλλιώς 
δεν το κατακτάς για πολύ. Κι αν άφησα κομμάτια μου εκεί, κι αν θυσίασα ανθρώπους
και σχέσεις στο βωμό της, δεν δωροδοκείται. Δεν είναι θεότητα, δεν είναι 
τύραννος. Εγώ ήμουν. Εγώ δωροδοκούμαι από τον κίβδηλο θαυμασμό των
νάρκισσων ανθρώπων. Που δεν με ξέρουν και δεν τους νοιάζει, αλλά πάνω μου
καθρεφτίζονται και έτσι μ' αγαπούν. Και με θαυμάζουν και φροντίζουν να το
μαθαίνω. Αυτός είναι ο τρόπος τους να αυτοφροντίζονται και να
αυτοσυντηρούνται -ρώτα με και εμένα. Που θαύμασα σε αυτούς όσα μου
θύμιζαν πως είμαι υπαρκτή. Δεν είμαι νάρκισσος άνθρωπος, αλλά είμαι
φτιαγμένη από υλικό που μ' αγαπούν. Και μ' αγαπούν με τα σχεδόν μου. Μ'
αγαπούν γ ι α τα σχεδόν μου. Για να 'μαι ανεπαρκής και να μπορούν ολόκληροι
να χωρέσουν στην επιφάνειά μου. Για να 'μαι ένα σπασμένο κομμάτι ενός καθρέφτη
που μπορεί να χωρέσει ολάκερη την παρουσία τους. Αν ήμουν ολόκληρη, δεν θα
μ' αγαπούσαν. Γιατί θα αντανακλούσα τη δική τους ανεπάρκεια. Κι έτσι
έμαθα να αγαπιέμαι μόνο όταν είμαι ατελής. Κι έγινα όλα τα σχεδόν μαζί.
Και οι άνθρωποι που ήταν αληθινά θαυμαστοί δεν χωρούσαν στην επιφάνειά 
μου. Έμαθα να παραμένω ακρωτηριασμένη για να έχω την αγάπη τους. Σαν 
ένα κουτάβι που το πήραμε για παρέα, για το σπίτι, αλλά παραμεγάλωσε. Σαν 
ένα δεντράκι στον κήπο σου που το αγαπάς μέχρι ν' αρχίσει να απλώνεται
και να σου γρατζουνάει το παράθυρο -και το κόβεις. Και σου λέει, εντάξει,
αν έτσι μ' αγαπάς, αν έτσι εγώ σου προσφέρω, αν είναι ο μόνος τρόπος για να
σου δώσω χαρά, κόψε με. Γιατί έχω μόνο εσένα και μόνο εσένα αξίζω. Θέλω
να αλλάξω κήπο τώρα. Ίσως ένας κήπος χωρίς 
ιδιοκτήτη, χωρίς προϋποθέσεις να ήταν μια καλή λύση. Όμως αν ο κήπος είναι οι άνθρωποι 
και οι σχέσεις, τότε δεν γίνεται να αποφευχθούν οι προϋποθέσεις. Υπάρχουν
άραγε άνθρωποι με προϋποθέσεις που δεν θα με ακρωτηριάζουν; Υπάρχουν
άνθρωποι που δεν είναι ιδιώτες στη σχέση; Μπορώ να υπάρξω και να αγαπηθώ
χωρίς να είμαι ιδιοκτησία; Έχω μάθει να μ' αγαπούν όταν ξέρουν ότι με έχουν. Όταν
είμαι εκεί επειδή έχουν πάνω μου επιρροή, όταν είμαι στην υπηρεσία τους για να
δίνω και να δίνω και να δίνω. Όταν δεν είμαι αρκετή, είμαι μια μέτρια εργαζόμενη
στις ανθρώπινες σχέσεις, σε έναν κόσμο που δύσκολα θα βρεις αλλού δουλειά, οπότε
και εδώ καλά είναι. Σχεδόν. Θα 
τον φτιάξουμε τελικά
αυτόν τον καινούριο κήπο; Κι αν τον φτιάξουμε εμείς, που τα υλικά μας είναι του
κόσμου αυτού, πώς θα βγει άραγε το αποτέλεσμα; Οριακά, θα μας μοιάζει. 
Θα μας μοιάζει νομίζω. Δεν θέλω να φτιάχνω πράγματα που να μου μοιάζουν, γιατί
μοιάζω πολύ με τους νάρκισσους ανθρώπους που 
με περιόρισαν σε αυτό εδώ
το μπαλκόνι
σε αυτήν εδώ
τη γλαστρούλα -που αγόρασα εγώ
εγώ το έκανα
με τα λεφτά που έβγαλα από τις φροντιστικές μου υπηρεσίες, τις οποίες ενοικιάζουν,
την αγόρασα και τους είπα "Να, εδώ βάλτε με, σε μια γωνιά, δεν θα ενοχλήσω, δεν θα 
γρατζουνήσω το παράθυρό σας, είμαι μεγάλο δέντρο, θα γίνω μεγάλο δέντρο, βάλτε με εδώ,
λοιπόν, ξέρω το κακό που προκαλώ, απλώνομαι και πιάνω χώρο, εδώ βάλτε με,
με λίγο χώμα, μην με ποτίζετε πολύ -και σας το υπόσχομαι, δεν θα
μεγαλώσω πολύ
μονάχα σχεδόν". Γνωρίστε με και
πείτε μου τις προϋποθέσεις για να με αγαπήσετε, γιατί με τόση έλλειψη
νάρκισσων ανθρώπων τον τελευταίο καιρό -λόγω καραντίνας δηλαδή, ε -άρχισα
να ακρωτηριάζω μόνη τον εαυτό μου. Αλλά δεν το κάνω τόσο καλά όσο εσείς, σίγουρα δηλαδή.
Και όσο μικραίνω, άλλο τόσο μεγαλώνουν
τα σχεδόν και τα περίπου. Όταν χαθώ, όταν εξαφανισθώ, τη θέση μου θα
πάρει μια επιβλητική αμφιβολία. Που θα με ξεγελάσει πάλι, γιατί θα αμφισβητήσω ότι
έχω χαθεί, πείθοντας από την αρχή το μυαλό μου για την αμείλικτη αιωνιότητα της σκέψης.

-veldaerya




Sunday 8 September 2019

τα σύννεφα δεν ψήθηκαν να μου πουν παραμύθι απόψε

Γράφω και σβήνω και γράφω.
Ποιητικά και όμορφα τα λέω, για να μην τους δώσω και πολλή σημασία.
Να πω πως τα έγραψα για τον "αναγνώστη".
Να περάσει λίγο την ώρα του.
Να ξαποστάσει σε ένα μπλογκ που δομήθηκε από ένα παρεάκι.
Που δεν είναι και τρελό παρεάκι εδώ που τα λέμε.
Αλλά παρόλα αυτά θα συνεχίσω να γράφω.
Ή μάλλον θα ξεκινήσω γιατί πέρασε και καιρός.
Είναι αυτό που σου λέω.
Ότι ξεκινώ με μια ιδέα και συνεχίζω με μια εικόνα και φτάνω να βγάζω μια κραυγή.
Κι αντί να γράφω ουρλιάζω μες στο κεφάλι μου.
Και μιλιά δεν μου βγαίνει.
Και ηλεκτρονικό μελάνι δεν χύνεται.
Κι έχω και μια γραφομηχανή απάνω στο κομοδίνο που δεν την έχω ακόμα ζωντανέψει.
Γιατί δεν έχω ιδέα πώς σκατά μπαίνουν οι μελανοταινίες.
Ξέρει κανείς να με βοηθήσει;
Ξέρει κανείς πώς να χύσω το μελάνι του πάθους ξανά στο μυαλό μου
να μπορώ να γράφω παραδομένη στην αλήθεια
και όχι στην τέχνη;

Είναι αλήθεια πως δεν ήμουν ποτέ της τέχνης.
Δεν ξέρω από χορό, τραγούδι και ζωγραφική.
Δεν το 'χω με τα χρώματα, τα νοήματα και τις ταλαντώσεις του σώματος.
Έχω μόνο δύο όπλα παιδικά: μια φαντασία και μια αλήθεια.
Τα έχω από παιδί, για αυτό σου λέω παιδικά
όχι επειδή είναι ανώριμα κι αγίνωτα.
Μην ξεγελιέσαι πως κάτι παιδικό δεν μπορεί
να είναι και όπλο και ασπίδα και πανοπλία.
Δεν ξέρω από τέχνη, για αυτό και γράφω άγαρμπα αυτά που σκέφτομαι
κι όταν πάω να τα γράψω έντεχνα κι ωραία, δεν είμαι εκεί
είμαι στο διάολο.
Η τέχνη αλλοιώνει ελαφρώς την αλήθεια
και οι ελαφρώς αλλοιωμένες αλήθειες είναι εχθροί με βάρος.

Τέλος πάντων, με άγαρμπο κι όχι παραμυθένιο
τρόπο: τι παίχτηκε με τα σύννεφα.
Τίποτα, εγώ είχα πάει διακοπές μες στους κόσμους που 'χω στο κεφάλι μου
και γύρισα πίσω για να βρω ένα κόσμο αληθινό
που με έκρινε πολύ αυστηρά και με πόνεσε.
Κοίταξα μεταφορικά που λες τα σύννεφα και περίμενα
να μου πουν ένα απ' τα παραμύθια που συνηθίζουν να μου λένε
για να ησυχάζω, γιατί εγώ
γενικά χτίζω εξωτερικά νοήματα σε πράγματα όπως τα σύννεφα
τα δέντρα, οι πέτρες, τα ποτάμια
και τα βάζω να μου μιλούν και να με ησυχάζουν.
Γιατί οι άνθρωποι δεν με ησυχάζουν
και εγώ χρειάζομαι ησυχία για να αντέξω τον εαυτό μου
και τους άλλους και τα σκατά που έχουμε γεννήσει.
Οπότε το αφήνω απάνω τους, στα βουνά και τα σύννεφα.
Η κάθε αλληγορία και μεταφορά που δομώ είναι αντίδοτο
κι έχει περισσότερη επιρροή πάνω μου απ' τις πράξεις των ανθρώπων.
Κι αυτή είναι η κατάρα μου γενικά, καλησπέρα.

Αλλά, μεταφορικά πάντα, τα σύννεφα χθες το απόγευμα μου είπαν να πάω στο διάολο.
Χθες το απόγευμα, όχι απόψε που λέει ο τίτλος-
αυτό το 'βαλα εκεί για την τέχνη.
Ακούγεται καλύτερα.
Μια ελαφρώς αλλοιωμένη αλήθεια, ένας τίτλος
το εισιτήριο για να σε βάλω στο μυαλό μου.
Μισό ψέμα, μισή αλήθεια, ένα ολοκληρωμένο lifestyle.
Σκατά στο lifestyle-δεν ξέρουμε πια
ποιοι είναι δίπλα μας επειδή μάχονται μαζί μας
και ποιοι είναι επειδή ο καπιταλισμός έκανε την αντίδραση στυλ.
Ρε πάτε καλά;

Να πάω στο διάολο λοιπόν, μου είπαν τα σύννεφα.
Άσε τα παραμύθια για μετά, μου είπαν.
Δεν είσαι ξωτικό, μου είπαν, είσαι άνθρωπος.
Και ο κόσμος σου πεθαίνει.
Κι οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν και απουσιάζουν από τη ζωή την ίδια-
ε, ψήσου να μην το κάνεις κι εσύ.

Ναι, έτσι μιλάνε τα σύννεφα στους καιρούς μας.
Κυνικά, σκληρά και χωρίς κάποια αλλοίωση στην αλήθεια.
Χωρίς στυλ.
Άγαρμπα, αδέξια, άμεσα και χωρίς να αφήνουν ανοιχτά παράθυρα
χωρίς να ξέρουν τι θα πει ανασφάλεια.
Μάθαμε κι απ' τα σύννεφα κάτι σήμερα.

Γενικά νόμιζα ότι το 'χα ανάγκη
να μου πουν τα σύννεφα ένα παραμύθι.
Αλλά τελικά ανάγκη μού ήταν να μου πουν τα σύννεφα απλά κάτι.
Και μου είπαν αυτό: πήγαινε στο διαόλο.
Πήγαινε στο διάολο και πάρε τον εχθρό μαζί σου μακριά μας.

                                                                                                                                     -veldaerya

Sunday 30 June 2019

Τα μαγικά σπίτια και οι υφές

Περιμέναμε έναν ολόκληρο χρόνο. Δεν ήξερα ούτε όταν ήμουν μικρή, ούτε κι ακόμα έμαθα τι σημαίνει "ολόκληρος", μα έτσι λέγεται, έναν ολόκληρο χρόνο περιμέναμε. Δηλαδή πέρυσι, πριν ένα έτος - σχεδόν ακριβώς- μας είπαν ότι το καλοκαίρι τελείωσε. Και πως αν μας άρεσε τόσο, θα αξίζει η υπομονή ενός ΟΛΌΚΛΗΡΟΥ χρόνου για να ξαναέρθει. Έτσι κι εμείς περιμέναμε, γιατί θα ήμασταν αχάριστοι και αναίσθητοι άμα λέγαμε πως δεν έχουμε υπομονή. Αναίσθητοι; Ναι, νομίζω πως ούτε αυτή τη λέξη την έμαθα.

Λίγο πριν λοιπόν, φτάσει με όλες τις έννοιες και εντάσεις το καλοκαίρι το φετινό, βρέθηκα σε ένα σπίτι από εκείνα που είναι μαγικά. Έμεινα μια βδομάδα εκεί, γιατί χρειαζόμουν λίγη παραπάνω δροσιά και σκιά, πριν βρεθώ μέσα στους χορούς του Μεγάλου Θέρους, απ'τους οποίους δεν κάνει να ξεφεύγεις για πολύ καιρό συνεχόμενα γιατί χάνεις το ρυθμό και άντε να τον ξαναβρείς μετά. Το σπίτι ήρθε σε 'μένα απρόσμενα μα αβίαστα, όπως κάνουν τα μαγικά σπίτια. Άνοιξα την πόρτα του ενα μεσημέρι και το ξαναένιωσα.

Έχω ξαναμείνει εδώ, μα τότε το φοβόμουν. Όλο(κληρο;) το φοβόμουν, με τις σκιές του και τις σιωπές του, δεν μπορούσα να μην ακούω την ύπαρξή μου, με προστάτευε από τον έξω κόσμο μα εγώ το εκμεταλλευόμουν για να με ξεχάσει ολόκληρος ο Κόσμος και μετά ξεχνούσα κι εγώ εκείνον. Ο χορός είναι δύσκολο πράγμα για τα μουδιασμένα γερο-καβούρια.

Τώρα λοιπόν, λοιπόν, λοιπόν. Υπάρχει μια μεγάλη παλέτα με χρώματα από όλες τις πιθανότητες κι όλες τις καρδιές στο σαλόνι. Με το που ξυπνάς, διαλέγεις κάποια και πασαλείφεις τα μούτρα και την κοιλιά σου και τα μπούτια σου. Ο καθρέφτης είναι τεράστιος με χρυσό περίβλημα, όπου ξεκουράζονται δαιμόνια εδώ και αιώνες. Το σπίτι τον περισσότερο χρόνο του τον περνάει σε άλλα μέρη, γιατί είναι πολύ ονειροπόλο και αφειρημένο και έχει υποχρεώσεις να τακτοποιήσει πρωτού ο ήλιος δύσει. Έτσι αρκετά απ'τα μεσημέρια αφήνομαι κι εγώ στην αφηρημάδα, δίχως να μπορώ να πιάσω τον χρόνο όποτε θυμάμαι τι έχω να κάνω; ξεγλυστράει σαν νερό ή άμμος ψιλή απ'τις χούφτες μου. Μα, όταν έρθει η ώρα που θα έπρεπε να τα 'χω όλα ολοκληρώσει, ισορροπεί το χρόνο που μου έχει αρπάξει, δίνοντάς μου τη μαγεία της καλοτυχίας. Ω, ναι, όσο μένω σε αυτό το μαγικό σπίτι η τύχη μου χαμογελάει όποτε απελπίζομαι και με ξανατραβάει στους χορούς.

Τα ριζά αυτού του σπιτιού είναι βαθιά, μα πάντα έτοιμα να ξεριζωθούν και να αφεθούν στους ανέμους των κόσμων. Σίγουρα αν ήταν στοιχείο, θα ήταν το αέρινο. Στο χώμα του φυτρώνουν ηλίανθοι, βατομουριές και κισσοί, ελιές και βελανιδιές. Άγρια χόρτα μπόλικα. Το αγαπημένο του είναι το ραδίκι, γιατί η πίκρα του του επιτρέπει να εξισορροπεί τη σκανταλιά του. Λίγο πιο βαθιά είναι η φωλιά μιας αρχαίας πηγής, με νερό δροσερό και χωματένιο. Εκεί πλένω τις πατούσες μου κάθε βράδυ.

Τώρα δα, πίνω καφέ με στημένο λεμόνι και γουργουρίζω με μισή ευχαρίστιση μισή κούραση. Απ'τις μορφές έχω επιλέξει να πάρω εκείνη του διστακτικού ινδιάνου. Ο ήλιος δεν με αγγίζει εδώ μέσα, μα δεν με ξεχνά καθόλου.Το καλοκαίρι ήρθε. Ετοιμάζουμε το θερινό μας δέρμα ενώ μας κατασκευάζουν την επόμενη μορφή μας. Ο χρόνος αλλάζει; από υδάτινος ξεκινά να γίνεται αιθέριος, με κόκκους άμμου.

Lyra

Sunday 14 April 2019

η βασίλισσα του Γαλατσίου

  Οδός Καστελίου, Γαλάτσι. Κουζίνα, βεράντα, ταρατσάκι, γάτες. Γάτες και γλάστρες, οι γάτες ολόχαρες, οι γλάστρες ολόχεστες. Μετά συγχωρήσεως. Σόμπα πετρελαίου. Πάτωμα, μωσαικό. Γάτες με ονόματα ελληνικής σειράς δεκαετίας του '90: Αλέκος, Μπάμπης, Σούλα, Θράσος, τέτοια. Κυρία Ρίτσα. Δίποδη δεσποινίδα, με τα όλα της. Ετών εβδομήντα, πατά σ' αυτά σταθερά, και με τα δύο πόδια. Φανατική καπνίστρια. Τελευταία επίσκεψη στον γιατρό, κάπου το ογδονταεφτά. Κι ούτε καν για δικό της πρόβλημα. Διαμέρισμα, δυάρι. Ποτέ των ποτών για οικογένεια. Τετραγωνικά, εξήντα. Πολυπληθέστερο αντικείμενο στο σπίτι: τασάκι. Η κυρία Ρίτσα έχει ένα τασάκι για οποιαδήποτε γωνία του σπιτιού τύχει να βρεθεί. Στην κουζίνα; Στην κουζίνα. Στο σαλονάκι στην είσοδο; Στο σαλονάκι στην είσοδο. Στη βιβλιοθήκη; Στη βιβλιοθήκη. Δίπλα στην τηλεόραση; Δίπλα στην τηλεόραση. Στη μπανιέρα; Στη μπανιέρα. Η κυρία Ρίτσα, για σύντομο χρονικό διάστημα της ζωής της αλκοολική, αλλά αιωνίως καπνίστρια, δεν φορά ποτέ των ποτών παντόφλες. Ποτέ δεν βρήκε στην ζωή της ένα ζευγάρι που να μην της θυμίζει πως είναι ή θα γίνει γριά, και -κυρίως- ποτέ δεν βρήκε ένα ζευγάρι που να μην κάνει φλαπ φλαπ όσο περπατάς. Δεν το μπορεί η κυρία Ρίτσα αυτό το φλαπ φλαπ. Παναγιά μου, το σκέφτεται και την πιάνουνε ρίγη. Υπήρξε γι' αυτήν παιδικός εφιάλτης, πηγή εφηβικών ξεσπασμάτων, και αιτία χωρισμού από συντρόφους στην ενήλικη και μεσήλικη ζωή της. Γι' αυτό, αν ποτέ βρεθείτε στο σπίτι της κυρίας Ρίτσας, δεν θα την ακούσετε ποτέ να σας διατάζει "μην περπατάς αξυπόλητη" ή κάτι παρεμφερές. Απεναντίας, μπορεί να σας το ζητήσει. 
  Αλέκος, ο γάτος. Ο γάτος ο βασιλικός, ο γάτος των γάτων, ετών δέκα, αγαπημένος της κυρίας Ρίτσας. Ο Αλέκος είναι, σα να λέμε, ο γάτος της. Οι υπόλοιποι Θράσοι, Νάκοι, Μάκηδες, Σούλες, Βενετίες, Βιβές κουλουπού, είναι απλά η παρέα του. Αλέκος, χρώματος λευκού (με την επίρρεια της Αθηναικής βρωμιάς, λαικιστί μπίχλας, χρώματος ελαφρώς γκριζωπού). Πρώην πρηγκιπικός γόης, νυν ξερακιανός γέρος με ενάμισι αυτί. Πρωταγωνιστής σε παραμύθι.
  Δέσποινα, το φυτό στη γλάστρα. Κατά την κυρία Ρίτσα, το πιο όμορφο. Και το μοναδικό που έχει όνομα. Χρώματος μωβ, αγαπά τον ήλιο, τόσο πολύ που κατά κάποιο τρόπο, τον τρώει. Μόνιμη κάτοικος Γαλατσίου Αττικής. Σχέση με τις γάτες άκρως κακή, καθότι την κατουρούν ασυστόλως. Σχέση με την κυρία Ρίτσα άκρως καλή, καθότι την ποτίζει καθημερινώς και αδιαλείπτως. Σχέση με τις υπόλοιπες γλάστρες περίεργη, καθότι υποσυνείδητα την εχθρεύονται, από φθόνο.
  Αυτοί είναι οι βασικοί φίλοι της κυρίας Ρίτσας. Ο Αλέκος κι οι υπόλοιπες γάτες, η Δέσποινα κι οι υπόλοιπες γλάστρες. Και τα τσιγάρα της. Εγγόνια δεν έχει. Ούτε παιδιά. Έχει όμως μια ανιψιά, την Κατερίνα· κι αυτή η ανιψιά, έχει παιδιά· δύο στον αριθμό, η Μαίρη και ο Γρηγόρης. Είναι ας πούμε, τα δισανίψια της. Πρώτη δημοτικού ο μικρός, τετάρτη δημοτικού η μεγάλη. Η κυρία Ρίτσα τα αγαπάει βαθύτατα, και αυτά ανταποδίδουν. 
Όταν έρχονται για βίζιτα, αρμένικου είδους (να τα προσέχεις θεία τα παιδιά για ένα βράδυ να βγούμε με τον Μάνο, να τα προσέχω Κατερινιώ μου), περνάνε κι οι τρεις υπέροχα. Σάββατο πρωί περπατάνε την λαική της Πασσώβ, και μετά, με τα σπαράγγια, τα σέλινα και τα αβοκάντο υπό μάλης, περπατάνε στο πάρκο δίπλα στη Γκράβα, κάθονται στο παγκάκι τους, φοράνε τα γυαλιά ηλίου τους και γλύφουν από ένα παγωτό ο καθένας. Το μεσημέρι γυρνάνε στο σπίτι και τρώνε το φαγητό της κυρίας Ρίτσας με υπερβάλοντα ζήλο, κι έπειτα βγαίνουν στο ταρατσάκι για να συζητήσουν με τις γάτες και να ποτίσουν τη Δέσποινα και τις φιλενάδες της. Κι ύστερα έρχεται η ώρα για μελέτη, και κάθονται όλοι στο σαλονάκι της Καστελίου, η κυρία Ρίτσα διαβάζει το βιβλίο της, ο μικρός πολεμάει να κάνει σωστά το ζήτα, και η μεγάλη ν' αποφασίσει αν ο Αλέκος ο γάτος είναι ανήσυχος ή ανύσηχος. Θάρθει έτσι η ώρα του ύπνου, και τότε θα μαζευτούν κι οι τρεις τους στο δωματιάκι που έχει ειδικά για τ' ανίψια της η κυρία Ρίτσα· ο μικρός θα ξαπλώσει στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας κι η μεγάλη στο κάτω. Και τότε η θεία Ρίτσα θ' αρχίσει την αφήγηση: 

 Ήταν, λέει, κάποτε, ένας πλούσιος βασιλιάς. Ήρθε στα σκαλιά της κυρά Ρίτσας και της έταξε τον κόσμο ολόκληρο. Ήθελε να την πάρει, να πάνε στο παλάτι, και να ζήσουνε εκεί σαν ζευγάρι βασιλικό, με τα όλα του. Δεν θέλω 'γω κόσμους, παλάτια και κουραφέξαλα, είπε η κυρία Ρίτσα. Θέλω μόνο να τρώμε μαζί παγωτό φράουλα και να πηγαίνουμε απογευματινές βόλτες στο Γαλάτσι Αττικής. Ο βασιλιάς, επειδή την αγαπούσε πολύ, δέχτηκε· κι αγαπηθήκανε και παντρευτήκανε, και τρώγανε παγωτό φράουλα και πηγαίνανε απογευματινές βόλτες, και ζήσανε βίο αβίοτο (τι πάει να πει αυτό θεία, η ωραία ζωή παιδί μου) για χρόνια. Όμως του βασιλιά όλο και του έλειπε το παλάτι του. Όλο και ήθελε να πάνε σ' ένα σπίτι παλατένιο, ένα παλάτι σπιτίσιο, να έχει εξώστη, κελάρι, κήπο, κηπουρό κι υπηρέτριες, κι όχι σόμπα πετρελαίου και ταράτσα με αδέσποτες γάτες. Ήθελε οι απογευματινές βόλτες στο Γαλάτσι Αττικής να γίνουν βραδινές έξοδοι με άμαξες με πανέμορφα λευκά άλογα, κι η κυρία Ρίτσα να φορά φανταχτερά κοσμήματα που κοστίζουν δυο φορές το διαμερισματάκι της και δαχτυλίδια με πετρώματα που όταν τα δαγκώνεις δεν λυγίζουν. Κι όλο δεν του αρέσανε πια ούτε τα παγωτά ούτε οι βόλτες. Μα η κυρία Ρίτσα επ' ουδενί ν' αφήσει το παλάτι της με τα εικοσιδύο τασάκια για το παλάτι του βασιλιά με τα εικοσιδύο δωμάτια. Κι ούτε εμπιστευόταν τα ερκοντίσιον, ούτε τ' ασανσέρ, κι ούτε τις ηλεκτρικές σκούπες. Ξύπνησε λοιπόν ένα πρωινό κι είπε, κουράστηκα πια με τη γκρίνια του πλούσιου βασιλιά, κουράστηκα και με την κακοβολεψιά του. Κι ίσως στεναχωρήθηκε και μια στάξη. Ανέβηκε λοιπόν στο πατάρι (υπήρχε κι εκεί ένα τασάκι, αν διερωτάσθαι), βρήκε το βιβλίο με τα ξόρκια της προ-προ-προ-προ-γιαγιάς της, κι είπε: άμπρακατάμπρα, έτσι κι έτσι, εντελαμαγκέ· ο βασιλιάς μεταμορφώθηκε ευθύς αμέσως, κι από πριγκιπόπουλο έγινε άσπρος γάτος. Κι από τότε τον φωνάζουνε ο Αλέκος ο γάτος, και κατοικεί σε μια ταράτσα της οδού Καστελίου (και πέριξ), στο Γαλάτσι Αττικής. Και δεν παραπονιέται. Κι έζησον αυτός καλά, κι όσο για μας, τώρα που ακούσαμε την ιστορία, καλά περάσαμε κι εμείς.


  Αυτή την ιστορία λέει η κυρία Ρίτσα στ' ανίψια της, κι αυτά κοιμούνται γλυκά και πριν κοιμηθούνε πίνουνε και το ζεστό τους γάλα. Και βγαίνει ύστερα η κυρία Ρίτσα στο μπαλκόνι κι άναβ' ένα τσιγάρο (γιατί μπροστά στα παιδιά δεν καπνίζει) και χαμογελάει μια δόση αυτάρεσκα με το παραμύθι της. Το χαμόγελο ύστερα πλαταίνει λίγο ακόμη, γιατί η κυρία Ρίτσα θυμάται όλες αυτές τις γλυκές αναμνήσεις απ' όλα όσα της βάλανε στο μυαλό αυτό το παραμύθι. Απ' τη γιαγιά της ως την ίδια ως αυτόν τον παρ' ολίγον γάμο, κι εκείνο το παιδί που· αλλά η κυρία Ρίτσα δεν μιλά γι' αυτά. Μόνο στον εαυτό της καμιά φορά, κι αυτό με μισόλογα. Εξόν άμα της ζητήσουνε τ' ανίψια να τους πεί ένα παραμύθι. 
  Της κυρίας Ρίτσας, αγαπημένη της ώρα είναι ένδεκα το βράδυ. Όχι δέκα γιατί είναι πολύ νωρίς, κι όχι δώδεκα γιατί τώρα που γέρασε στις δώδεκα νυστάζει. Στις ένδεκα λοιπόν βγαίνει στο ταρατσάκι, βρέξει χιονίσει, και κάνει ένα τσιγάρο χωρίς να κάνει άλλο τίποτε. Αυτό είναι για την κυρία Ρίτσα κάτι σαν προσευχή. Είναι η ώρα που λούζεται όλο το βάρος της ημέρας, της εβδομάδας, του μήνα, του έτους, κι όλων των εβδομήντα χρόνων που έχουν παρέλθει. Και μπορεί όσο καπνίζει να την πλησιάσει κάνα γατί- και γιατί όχι ο Αλέκος ο ίδιος- και να βαλθεί να τρίβεται στα πόδια της, όμως η κυρία Ρίτσα τότε δεν αντιδρά, γιατί προσεύχεται κι είναι σ' αυτό πολύ συγκεντρωμένη. Είναι η ώρα που θα της έρθει και θα θυμηθεί ένα σκασμό πράματα απ' την ζωή της. Και θα τα ξαναζήσει με μια δόση γλύκας που μόνο η αίσθηση της ανάμνησης μπορεί να δώσει.
 Ύστερα, αγαπημένη της μέρα, είναι η Τετάρτη, γιατί την περνά ολόκληρη ανυπομονώντας. Κάθε Πέμπτη έχει να πάει στο σπίτι μιας γνωστής της, που μαζεύονται διάφοροι κύριοι και κυρίες και παίζουν κουμ καν, και τις Παρασκευές το βράδυ έρχονται τ' ανίψια της και μένουν ως την Κυριακή το πρωί. Έτσι η κυρία Ρίτσα διανύει όλη την Τετάρτη της σε αδημονία, και αυτό είναι το αγαπημένο της συναίσθημα. Γι' αυτό άλλωστε διατηρεί και την ονείρωξή της: έ
να βράδυ, η κυρία Ρίτσα ονειρεύτηκε πως κέρδισε πολλά λεφτά στο Πρωτοχρονιάτικο λαχείο, και τα ξόδεψε όλα για ν' αγοράσει ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα, το οποίο και μετέτρεψε σε χαρτοπαιχτική λέσχη. Φορούσε ένα κατακόκκινο φουλάρι κι ένα μαύρο φόρεμα, κάπνιζε πίπα σαν την Κρουέλα ΝτεΒίλ, και στο πιο απόκρυφο μέρος του ημιυπογείου είχε κρυμμένο ένα περίστροφο, για παν ενδεχόμενο. Έκτοτε, η κυρία Ρίτσα φυλά ένα κομπόδεμα στο πιο ασφαλές μέρος που ξέρει, και διατηρεί μια ενδόμυχη ελπίδα πως το όνειρό της θα πραγματοποιηθεί. Γνωρίζει βέβαια πως κατά πάσα πιθανότητα δεν θα καταφέρει ποτέ να συμπληρώσει το ποσό που χρειάζεται, αυτό όμως ελάχιστα την απασχολεί. Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλει δεν είναι η πραγματοποίηση της ονείρωξής της, μα η ονείρωξη αυτή καθ' αυτή· κι έτσι διαβάζει καμιά φορά ενδελεχώς τα ενοικιαστήρια, μετρά το κομπόδεμά της και σεναριογραφεί ασυνείδητα πριν αποκοιμηθεί.
  Η κυρία Ρίτσα δεν βλέπει τηλεόραση. Κι ας έχει, την αγόρασε μόνο για χατίρι στ' ανίψια. Έχει, πάντως, ένα ραδιοφωνάκι. Τις πιο πολλές φορές τ' αφήνει να παίζει κι ούτε που ακούει τι λένε οι φωνές στο ηχείο· παρά μόνον παρακολουθεί τη χροιά τους, τον τρόπο που τονίζουνε τις λέξεις, και κυρίως τις παύσεις τους - οι παύσεις είναι το αγαπημένο της. Αυτοί που λένε "εεεε" αντί να προτιμήσουν μια ωραιότατη, ζουμερή παύση, την εκνευρίζουν. Καμιά φορά τους επιπλήττει ασυναίσθητα κι αλλάζει σταθμό. 


-----------------------------------------------------------------------------------

  Μόλις η πόρτα άνοιξε και πίσω της φάνηκε το συμπαθητικό της σαλονάκι, η κυρία Ρίτσα αναστέναξε μ' ανακούφιση· πέταξε τα κλειδιά στο έπιπλο δίπλα στην πόρτα κι έβγαλε βιαστικά τα παπούτσια της. Έκανε μερικά βήματα πάνω κάτω, αφηρημένη. Ο χρόνος την είχε αφοπλίσει· τον αισθανόταν τώρα σαν ανθρώπινη μορφή, να στέκεται δίπλα στο παράθυρο, με την πλάτη ελαφρά ακουμπισμένη στον τοίχο και τα χέρια σταυρωμένα, να την κοιτά όλος επικριτικότητα. Δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει. Αν ήταν πράγματι μουσαφίρης, θα του προσέφερε ένα κουλουράκι κανέλας κι ένα τσιγάρο. Θάθελε πάρα πολύ να προσφέρει στο Χρόνο ένα κουλουράκι κανέλας κι ένα τσιγάρο. Σαν ένδειξη καλών προθέσεων. Όμως εκείνος δεν είχε τέτοιες. Δεν ήθελε να τις συμμεριστεί, όπως εκείνη τόσα χρόνια είχε επιδιώξει. Τον είχε αγκαλιάσει, τον είχε αποδεχθεί σχεδόν με κάποια τρυφερότητα, κι όμως εκείνος παρέμενε στημένος απέναντί της, με το αυστηρό του βλέμμα. Η κυρία Ρίτσα δεν δίστασε να παραδεχτεί πως είχε τρομάξει. Ο Χρόνος της έκανε νόημα να καθίσει, κι εκείνη υπάκουσε, όπως κάποτε υπάκουγε τον πατέρα ή τον δάσκαλο. Ο Χρόνος έβγαλε απ' το σακάκι του ένα γυάλινο βάζο, γεμάτο μεταξένιες κορδέλες. Της είπε ν' ανοίξει τις παλάμες τις διάπλατα, κι εκείνη υπάκουσε ξανά, μαρμαρωμένη. Ο Χρόνος κούνησε τα δάχτυλά του στον αέρα, και το γυάλινο βαζάκι άνοιξε οικειοθελώς μπροστά στα έκπληκτα μάτια της κυρίας Ρίτσας. Οι κορδέλες σάλευαν αυτοβούλως· όρμηξαν έξω απ' το γυάλινο βάζο, αισθανόμενες λες την ελευθερία για πρώτη φορά. Την κυρία Ρίτσα την κατέκλυσε το δέος. Δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτές τις κορδέλες τις αναγνώριζε. Τις θεωρούσε χαμένες στο παρελθόν. Ξεχασμένες σε κάποιο συρτάρι κάποιου παλιού σπιτιού, μαζί με τη σκόνη του παλιού καιρού. Τις γνώριζε αυτές τις κορδέλες: κοσμούσαν κάποτε την παιδική της κώμη. Τις αγνές αφέλειες στο μέτωπο. Την αφελή αγνότητα του προσώπου. Η έκπληξη κι η συγκίνισή της δεν άφηναν χώρο ν' αναρωτηθεί πώς ήταν αλήθεια ολ' αυτά, ή πως βρέθηκαν ξανά αυτές οι κορδέλες μπροστά της. Θέλησε ν' ακουμπήσει με τα χέρια της τα χείλη καθώς ένιωθε τα βλέφαρά της να γεμίζουν δάκρια, μα ο χρόνος της υπενθύμισε -με κάποια αγριότητα- πως οι παλάμες έπρεπε να παραμείνουν διάπλατα ανοιχτές. Το σαλονάκι της Καστελίου είχε σκοτεινιάσει απροειδοποίητα, και οι μεταξωτές κορδέλες εξέπεμπαν λες το μοναδικό, πολύχρωμο φως. Η κυρία Ρίτσα καθόταν εκεί, στον σκούρο καφετί καναπέ, κι αυτό το ιδιαίτερο φως χάιδευε το ριτιδιασμένο της πρόσωπο. Ο χρόνος κούνησε τα δάχτυλά του λίγο ακόμη, κι οι κορδέλες, ανταποκρινόμενες στο πρόσταγμά του, συγκεντρώθηκαν πάνω απ' τις παλάμες της κυρίας Ρίτσας. Κι όπως βρισκόντουσαν εκεί στιβαγμένες, άρχισαν να στάζουν μέσα απ' τ' ακροδάχτυλά της, σαν απαλή βροχή, ή σαν άμμος χρυσή, και να χάνονται. 


-----------------------------------------------------------------------------------


  Η κυρία Ρίτσα ξύπνησε γεμάτη άγχος κι ιδρώτα. Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές πρωτού καταφέρει να σηκωθεί απ' το κρεβάτι. Το όνειρο την ακολουθούσε σαν ζάλη μετά από ξενύχτι. Προχώρησε πρώτα προς το δωμάτιο των παιδιών. Άνοιξε την πόρτα όσο πιο σιωπηλά μπορούσε, και γλίστρησε μέσα. Τ' ανίψια της κοιμούνταν μ' όση θα μπορούσαν να έχουν αγνότητα. Στάθηκε για λίγο και τα παρατήρησε. Αυτό το δωματιάκι ήλπιζε να 'ναι γι' αυτά μια γλυκιά ανάμνηση που θα κουβαλούν σ' όλη τους την ζωή. Όταν θ' αφηγούνται ιστορίες και θα λένε για το διαμερισματάκι της Καστελίου, τον Αλέκο τον γάτο και τη Δέσποινα τη γλάστρα. Και την θεία τη Ρίτσα, όπου και νά 'ναι. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στο δωμάτιο, και με κάποια ευχαρίστηση επιβεβαίωσε πως, γι' αυτό που θα 'θελε να είναι, το δωματιάκι δεν ήταν κι άσχημο. Ίσα ίσα, ίσως να 'ταν ακριβώς αυτό που επιθυμούσε. Με τους μπλε τοίχους και τ' αστεράκια που λαμπυρίζανε στο ταβάνι. Με τη μικρή βιβλιοθήκη και το παράθυρο που έβλεπε κατευθείαν στο ταρατσάκι.
  Βγήκε απ' το δωμάτιο των παιδιών το ίδιο σιωπηλά, και προχώρησε στο ταρατσάκι. Η ώρα ήταν περασμένες δύο. Οι αδέσποτες γάτες της Καστελίου με τα μεταμεσονύκτια ουρλιαχτά τους χάρασσαν το σκοτάδι. Για την κυρία Ρίτσα, αυτό ήταν το γαλήνιο νανούρισμα της τωρινής ζωής της. Το απέλαυσε ευλαβικά. Άναψε το τσιγάρο της και στάθηκε στην άκρη της μικρής βεράντας. Γύρω της παντού μονάχα το νυχτερινό φως της πόλης, κλειστά παραθυρόφυλλα, κι από μακριά ο θόρυβος του κόσμου που παλλόταν. Ήτανε λες και γι' απόψε η κυρία Ρίτσα χρειαζότανε δυο φορές να προσευχηθεί. Δυο φορές να λουστεί τον χρόνο που έρρεε γύρω της. Και τό 'κανε αυτό το δώρο στον εαυτό της. Και ξανάπε τη μια ιστορία μετά την άλλη, κι άφησε να της γλιστρίσουνε γέλια και δάκρια. Κάπου στα πέριξ, ο Αλέκος ο γάτος αλήτευε. Η κυρία Ρίτσα τίναξε τη στάχτη της, κι αυτή χύθηκε γαλήνια στο σκοτάδι του δρόμου· η κυρία Ρίτσα την φαντάστηκε να ταξιδεύει στον χωροχρόνο και να προσγειώνεται σ' όλα αυτά που ήταν, κι ακόμη καλύτερα, σ' όλ' αυτά που θα μπορούσε να είναι. Στην ανάμνηση απ' το σπίτι στο χωριό και σε κάποιο τραπέζι στην υπόγεια χαρτοπαιχτική της λέσχη. Στο γαμήλιο στεφάνι του παρ' ολίγον συζήγου, και στο πάτωμα του νοσοκομείου, όταν κρατούσε στα χέρια της εκείνο το πλάσμα και του έλεγε, αίμα από το αίμα μου, σάρκα από τη σάρκα μου. Στα σκαλοπάτια του σπιτιού της αδερφής της. Στον Απρίλη του ενενηνταένα. Στον ώμο του Χρόνου καθώς στεκόταν γερμένος στον τοίχο στο σαλονάκι της και την κοίταζε αυστηρά. Στο αγαπημένο παιδικό της φορεματάκι. Κι ύστερα, τίναξε τη στάχτη της ξανά, και την είδε αυτή τη φορά να επιπλέει πάνω απ' την τερατώδη Αθήνα· πάνω απ' την βοή της Πατησίων, τις γιγάντιες λεωφόρους, τα στριμωγμένα σώματα στα λεωφορεία. Η κυρία Ρίτσα χαμογέλασε κομμάτι αυτάρεσκα, καθώς η στάχτη της προσγειωνόταν σ' ένα βαγόνι και ταξίδευε υπογείως με μεγάλη ταχύτητα. 


 Θα μπορούσε για πάντα να κέθται στο ταρατσάκι της, παρέα με τη Δέσποινα τη γλάστρα -εκείνη σίγουρα δεν θα πήγαινε πουθενά- και να χαζομερά, με κάποια μικροδόση χιούμορ που ίσως μόνο η ίδια εντοπίζει. 


 Ήταν η βασίλισσα του Γαλατσίου.

-ζωή
 

Thursday 31 January 2019

υγρασία στην ζάχαρη ΙΙ

  _ο φωταγωγός της πολυκατοικίας έχει μια ιστορία για όλους μας. Είναι γι' αυτούς που δοκίμασαν να γαμηθούν στη μπανιέρα χωρίς επιτυχία, για τον Νικόλα από τον τέταρτο που τραγουδάει την Μακεδονία την Ξακουστή με σαρκαστικό ύφος, για την κυρία Δέσποινα που τον απολαμβάνει με σοβαρό ύφος από τον τρίτο, είναι για τους φοιτητές που συγκατοικούν στον πρώτο και ακούνε όλη μέρα ηλεκτρονική μουσική στο ίδιο βόλιουμ, είναι για το σκυλί στο μπαλκόνι στον δεύτερο που κάποια στιγμή κάποιος πρέπει να επέμβει, δεν είναι κατάσταση αυτή, είναι για τις μέρες πριν το δημοψήφισμα που μέσα απ' τον φωταγωγό οι αγχωμένες φωνές των δημοσιογράφων αντηχούσαν απ' όλους τους ορόφους σαν χωροδία, είναι για την διαχειρίστρια και τον δικηγόρο του πέμπτου που μισιούνται βαθιά και καταλάθος συναντήθηκαν στο ασανσέρ και όλοι ακούσαμε τις φωνές τους, είναι για τον Μιχαλάκη που έρχεται και χτυπάει την πόρτα για πλάκα και φεύγει πριν τον προλάβεις, για το γατί που κοιμάται συνεχώς στο πλατύσκαλο και ενοχλεί τον κύριο και την κυρία Τάδε, γιατί έχουν αλλεργία πιστοποιημένη και άσε που θα φέρει και τους φίλους του σε λίγο, και άσε τους φίλους του αλλά οι ψύλλοι, μετά θα θέλουμε απεντόμωση και δεν είναι καιροί αυτοί για έξοδα για ένα κωλόγατο, είναι και για τον γιο τους τον Σπύρο που βγαίνει κάθε βράδυ στα μουλωχτά και το ταίζει, για το σημείωμα στον πίνακα ανακοινώσεων που έλεγε "Κλίνετε την πόρτα" και έλαβε απάντηση "η πόρτα της πόρτας την πόρτα ω πόρτα", για την κυρία Μαρία που πήγε πάλι στο χωριό και γύρισε και μας άφησε ένα σωρό πράματα απ' τον κήπο της, για τον φαρμακοποιό στον πέμπτο που θέλει την ησυχία του παρακαλώ, για τα σώβρακα που έπεσαν από την απλώστρα μας στην αυλή της Ειρήνης στο ισόγειο και πρέπει να πάω να τα πάρω, αλλά την ντρέπομαι λίγο και δεν βρίσκω το θάρρος, και για τη μέρα που αυτοί τελικά καταφέρανε να γαμηθούν στη μπανιέρα και τους άκουσε όλη η πολυκατοικία, αλλά πιο πολύ για την κυρία Δέσποινα, που εκείνο το βράδυ λιβάνισε, να φύγει η αμαρτία. Είναι για τα παιδιά που περνάνε και αφήνουν τα φυλλάδια μες στη βροχή και για τη μέρα που ο κύριος Τάδε βγήκε και τους έβρισε γιατί λέει λερώνουνε τα σκαλοπάτια, άκου τώρα, και βγήκα κι εγώ και του πα να τραβήξει καμιά μαλακία να ησυχάσει επιτέλους και το φχαριστήθηκα, και κέρασα και τα παιδιά από το κέικ σου, και μετά ήρθες και με πείραξες και μου πες πως έφαγα όλο το κέικ και σου 'πα την ιστορία και δεν με πίστευες· είναι για το ξινό ύφος στα σημειώματα που αφήνει η διαχειρίστρια στο ασανσέρ, έπειτα από παράκληση του φαρμακοποιού όλοι οι ένοικοι καλούνται να περπατούν όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα στη σκάλα, οι φοιτηταί στον πρώτο όροφο αν έχουν την καλοσύνη να μειώσουν την ένταση της μουσικής ευχαριστώ. Είναι για την κυρία Σούλα και το φλαπ φλαπ απ' τις παντόφλες της, αυτές τις παντόφλες που δεν έχει βγάλει εδώ και τρία χρόνια σίγουρα, είναι γι' αυτόν τον έφηβο από κάποιο όροφο που καπνίζει στα κρυφά κι εμείς έχουμε καταλάβει ποιος είναι αλλά δεν είμαστε δα και ρουφιάνοι. Είναι για εκείνες τις βδομάδες που η μαμά του Μιχαλάκη αποφάσισε να του κάνει δίαιτα αλλά η κυρία Σούλα στον δεύτερο είχε άλλες βλέψεις, κι έτσι του πάσαρε κρυφά τα πατατάκια και τις σοκολάτες αμυγδάλου, μέχρι που το πήρε πρέφα η μαμά του Μιχαλάκη κι έγινε το σώσε· είναι για το πετρέλαιο που δεν πληρώσαμε ποτέ και γι' αυτό το σπασμένο πλακάκι στην είσοδο που έσπασε όταν το ζευγάρι που κάποτε γαμιόταν στο μπάνιο χώρισε με βάρβαρο τρόπο, και τον κύριο φαρμακοποιό και την κυρία διαχειρίστρια δεν τους ένοιαζε που εκσφενδονίζονταν αντικείμενα κάθε μεγέθους και βάρους, αρκεί να χαμηλώσετε παρακαλώ την ένταση. Αυτή η ιστορία είναι για τη μέρα που πήγα τελικά και ζήτησα τα σώβρακα απ' την Ειρήνη, κι ακούσαμε από πάνω την κυρία Σούλα να βρίζει μπροστά στην τηλεόραση, κι η Ειρήνη μου είπε σ' αυτήν την ζωή είναι να προσέχεις να μην πάθεις Σούλα, κι είναι και για τη μέρα που ήρθανε οι μπάτσοι στο σπίτι του Νικόλα και κανείς δεν ήξερε γιατί, κι ας τον είχε αναλάβει ο δικηγόρος απ' τον πέμπτο δεν μας έλεγε τίποτα, κι η διαχειρίστρια τον έβριζε πάλι κι έλεγε δεν είναι πράγματα αυτά να μπαίνουν τα όργανα στο σπίτι μας και να μην ξέρουμε γιατί. Είναι για τη μέρα που μας άφησε η κυρία Μαρία, κι αυτή τη μέρα την πενθήσαμ' όλοι, πρώτος δεύτερος τρίτος τέταρτος πέμπτος, κι η κυρία Σούλα έβγαλε τις παντόφλες της κι η διαχειρίστρια πρώτη φορά παραδέχτηκε πως στεναχωρήθηκε κάπως για τον Νικόλα, τόσο καλό παιδί, κι ο δικηγόρος έγνεψε καταφατικά και δεν βριστήκανε πρώτη φορά στα χρονικά, κι ο φαρμακοποιός της είπε καμιά φορά κάποιες καταστάσεις αναγκάζουν κάποιους ανθρώπους να κάνουν κάποια πράγματα, κι εμείς γελάσαμε πικρά και μοιραστήκαμε με την Ειρήνη και τον Μιχαλάκη το τελευταίο κομμάτι απ' το τελευταίο γλυκό που μας είχε φέρει η κυρία Μαρία την προηγούμενη βδομάδα, κι ήρθαν ακόμη κι οι φοιτητές απ' τον πρώτο, άυπνοι, και άφησανε λουλούδια, κι η κυρία Δέσποινα με το μαντηλάκι της που σκούπιζε τα μάτια της κάθε της κάθε τόσο, κι ο κύριος κι η κυρία Τάδε που δεν γκρινιάξανε ούτε μια φορά για ολόκληρη τη βδομάδα, κι ο γιός τους ο Σπύρος που μόνο στο πάτωμα κοιτούσε. Μα την επόμενη μέρα κιόλας τα πράγματα ήτανε σχεδόν ίδια, γιατί η ζωή έτσι κάνει, αυτό είπες, όμως δεν ήτανε αλήθεια, γιατί δεν ήταν ακριβώς ίδια, ούτε ο Νικόλας τραγουδούσε πια σαρκαστικά ούτ' η κυρία Μαρία γύρισε ποτέ ξανά απ' το χωριό. Η ιστορία είναι για εκείνη τη βδομάδα που είχανε γάμο στο παραδίπλα σπίτι, μια οικογένεια Αλβανών, και τραγουδούσανε όλοι μέρα πολυφωνικά που μοιάζανε σαν τα ηπειρώτικα τα δικά μας κι εμείς κάτσαμε στο μπαλκόνι κι ακούγαμε και βγήκαν ο κύριος κι η κυρία Τάδε και είπαν θα πάρουμε την αστυνομία έχει πάει δωδεκάμιση η ώρα, και του είπες εσύ άμα πάρεις αυτή η ώρα θα 'ναι κι η τελευταία σου, κι έτσι μπήκαν σπίτι ο κύριος κι η κυρία Τάδε, και βγήκε δυο λεπτά μετά ο Σπύρος και μας ζήτησε συγγνώμη. Είναι για τον πίνακα ανακοινώσεων στην είσοδο, που προς το τέλος κατάφερε ν' αποκτήσει αυτό το χαρτί που έλεγε ΝΕΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ, ένα απαγορεύονται τα φυλλάδια, δύο απαγορεύονται τα κατοικίδια, τρία τα κοινόχρηστα να εξωφλούνται εντός δέκα ημερών, τέσσερα να μας κλάσετε τ' αρχίδια, αλλ' αυτό το τελευταίο ήταν γραμμένο με στυλό στα γρήγορα, και μας έφτιαχνε πάντα το κέφι. Είναι για τον έφηβο που καπνίζει στον φωταγωγό μ' ανοιχτό παράθυρο και κάθε φορά ακούς ποια νέα μουσική ανακάλυψε και την βάζει συνέχεια στο ριπλέι και λίγο τον ζηλεύεις που είναι σ' αυτήν την ηλικία που όλα είναι καινούρια κι όμορφα, και για τον Μιχαλάκη που μας είπε πρόσφατα πως αγαπάει ένα κορίτσι αλλ' αυτή αγαπάει έναν άλλο πιο όμορφο όμως ο Μιχαλάκης δεν θέλει ν' αλλάξει για να της αρέσει, θέλει να της αρέσει όπως είναι. Αυτή η ιστορία είναι για όλους μας, μα δεν θα καταφέρω ποτέ στ' αλήθεια να τη γράψω· κι αυτό γιατί είναι για όλους μας, μα περισσότερο για μένα· για μένα που κάθομαι ξαπλωμένη σ' αυτό το κρεβάτι σ' αυτό το δωμάτιο και σας ακούω να υπάρχετε, κι ούτε σήμερα μπορώ να σηκωθώ


(-ζωή)

Saturday 26 January 2019

Ολοι οι δρομοι καπου θα οδηγουν κι αυτοι

Άνοιξα τα μάτια μου και το φως του φεγγαριού με τύφλωσε; κόντευε πανσέληνος, και ήμουν σε ανοιχτό χωράφι; ούτε ένα δέντρο να μετριάσει την έκπληξή μου. Με είχε πάρει ο ύπνος κατά το σούρουπο, αφού είχα φάει σεβαστή ποσότητα σύκων απ'τη συκιά που με φιλοξένησε στα ριζά της- σε θέση αντιδιαμετρική ή τέλος πάντων όχι κατάλληλη για μετρίαση της τύφλωσης από το σεληνόφως ,για να μην μας πείτε και παπαρολόγους-. Οι συκιές είναι δένδρα μαγικά, ξέρετε. Όταν κοιμάσαι χάμω τους, ταξιδεύεις στα όνειρα σου στα μέρη που έχεις λησμονήσει. Μα εγώ λησμόνησα και τα όνειρα που είχα δει, τόσα σύκα που είχα φάει. Άτιμο πράγμα η γλύκα, δεν ξεχωρίζεις εύκολα μέχρι τι σημείο κάνει καλό και πότε ξεπερνάει τα όρια και σου προσφέρει ανίερες ηδονές. Τέλος πάντων, σιγά το πράγμα, έτσι είναι η ζωή, για να παίζουμε με τα όριά της. Καλά, μόνο που το λέω, γελάω. Η ζωή δεν έχει όρια, η ανθρώπινη ύπαρξη ναι. Τέλος πάντων, σιγά το πράγμα.
Παλιότερα που λέτε θα με τρόμαζε που είχα ξυπνήσει στη μέση ενος ξεροχώραφου στα μισά της νυχτιάς μονάχο μου. Αλλά τώρα τελευταία, σταμάτησαν να με τρομάζουν τέτοια πράγματα, ξέρετε, το χάος του ζειν και τα λοιπα ( και τα κα-τά-λοιπα ). Δεν νομίζω ότι έχει και κάποιο νόημα να το αναλύσω, για 'μένα δηλαδή, δεν έχει. Ή έχει, απλά δεν μπορώ να το κάνω και το ρίχνω στην απουσία νοήματος. Τέλος πάντων, σιγά το πράγμα. Μέχρι πριν λίγο καιρό αρνιόμουν να μπω πάλι σε διαδικασίες να βάλω τάξη και πρόγραμμα στον εαυτό μου γιατί το θεωρώ ανιαρό, βαρετό, μικρόψυχο, μικροαστικό και κυρίως, ψεύτικο. Μα νομίζω μέσα στη χθεσινή ημέρα βρήκα μια βαθύτερη σιγουριά για την αλήθεια, την αλήθεια της ύπαρξής μου και την αλήθεια στη σύνδεση μου με τον κόσμο τον αληθινό ετούτο. Οπότε τώρα που ξυπνάω, δεν έχω πια πρόβλημα να βάλω από τα μέσα τάξη στον εαυτό μου. Όχι σαν κάτι αληθινό, αλλά σαν μια πράξη για να κάνω χώρο, να προσφέρω άνεση και χρόνο σε εμένα, και σιγουριά έτσι; να μπορώ να κοιτάω τον κόσμο και να μην φοβάμαι πράγμα. Γιατί, μεταξύ μας τώρα, σιγά το πράγμα. Σηκώνομαι και ξεκινάω πάλι πάνω στο δρόμο μου. Προς τα πού; Μην ανησυχείτε τώρα γι'αυτό, πάμε και βλέπουμε. Α, κάτσε μονάχα να μαζέψω κανά σύκο για το δρόμο.


Lyra

Friday 21 December 2018

Arwind: The dragonboy

The scars of the sky turned red
and the forest leaves arose
as the pale autumn chased the birds
towards the path that I once chose-
                     
Windy murmurs kneel before my bones
and with reverence commenced to recite
a story of fallacy and bloody playful stones
of the leaving and the grieving of daylight-

While the telling interfered with my insight
hollowing the words towards my fable origin
a creature appeared through an unforeseen light
leaded by a childhood's moral sin-

He was half of a boy and half of a dragon
and somehow made me feel half of myself
as if a part of me were a missing wagon
as if I were never meant to be an elf-

Overwhelmed I stood and stared
at the wholeness of the fable boy
and painfully half-hearted I dared
to dream of the dream I never meant to destroy-

He strongly reminded me of a child
which fused both of my mental worlds into one
the one cold-blooded and angry and wild
and the other playful and hopeful and young-

Losing my clarity before his blurry vision
I remembered why my continence was ever bleeding
as he reminded me of my afflictive self-treason
This boy - which had only visited my day of dreaming-

My eyes were staring 'though I were asleep
trying to breathe into the logic that withers
like the time when my fragile brains were weak
to outsmart the red waves and myrtile green feathers-

Those said waves and feathers of my life untrue
define the fable exile of my half-human heart
and on my skin appeared words the autumn wind blew:
"A lonesome mind with a lonesome heart will depart"-

Half of a royal-purple eyed boy
with hair of green and skin of reptile
but legs with beast edges and claws to enjoy
the furious haunting of life's chest febrile-

His hands - hands of a child awake
with ivory jewellery and an inelegant youth
Hands that you dare to shake
but eyes that are most possible to shake you-

He had wings of light green and dark brown
like an old tree enwrapped by some toxic flower -
- this kind of love which balances on a sugar crown
which in return for its embrace shall slowly melt your power-


Wings of poison ivy love and mating
an ancient nature creature dareful with a spirit undone
Wing of a dragon but face of innocence haunting
he stood there as a fairy but not a vulnerable one-

Fragile he seemed at heart but rough at the edges of spirit
- a strong spirit but far from sanity and logic he seemed - 
Even the aggressiveness of an orphan beast would fear it
A miracle of both pureness and treachery indeed-

And I felt so unlucky to be half and conciously alone
What was the purpose of having the heartbeat of an elf?

Only half of what I were before I were born
What is a true perception of one's self?-

Cutting my thought into pieces of skin
the mud spread its coldness through my naked feet;

"I is half of what I thought I had always been
divided by two and split into parts incomplete"-

And then I remembered the blind lilac deer
the one of my dizzy summer days
I always thought that he looked half too but far from fear
What were missing of him that drove others into the haze?

What was he looking for in the middle of the ancient forest?
In the middle of the storytelling of my murmuring mind?

How could a blind deer stare with eyes so honest?
Could his melodic heart of parts ever be so selflessly kind?


As the thinking of the deer interfered with my murmurs
the dragonboy vanished dropping its candy crown
The sound of the falling echoed chaotic rumors
whilst the autumn forest cried and humble leaves fell down-

And with the boy's leaving appeared a fairy skinned
which touched the pointy crown and on my forehead bled

words that ached; "Even though I stopped chasing the wind
it still wisely whispers inside my carefree head."-


- veldaerya



Saturday 24 November 2018

μιλώ για μοναξιά

                                                                                                                      photo: καρτέ

Μιλώ για μοναξιά.
Όχι γιατί μου λείπουν οι φίλοι, έχω φίλους καλούς που αγαπώ.
Έχω ένα σκύλο που μοιάζει με λύκο, έχω βιβλία πολλά και το μυαλό μου.
Μέσα στο μυαλό μου έχω κάτι κόσμους που φτιάχνω με το δεξί μου χέρι όταν γράφω.
Γι' αυτό κι ο ώμος μου απ' τα δεξιά πονάει αρκετά συχνά.
Λυγίζει απ' την συσσώρευση των παραμυθιών μου.
Που είναι αόρατα, ελαφριά και διάφανα.
Όπως και οι ιδέες.
Διάφανες κι ασήκωτες, τρυπάνε τα χέρια μου όταν πάω να τις πιάσω.
Τις κυνηγώ με γυμνά πόδια απάνω σε καρφιά.
Απάνω στις πινέζες που χρησιμοποιούν για να στολίσουν σε πίνακες παιδικές φωτογραφίες.
Με τρυπάνε σαν να μην έχει σημασία η ύλη, αλλά η ανάμνηση.
Η καρδιά και η αλήθεια στο στομάχι που κάνει σπείρες.
Άραγε παρατηρεί κανείς όταν περπατώ πως η καρδιά μου έχει μετατοπιστεί στο στομάχι;
Δεν την κατάπια, μετατοπίστηκε από το πολύ βάρος.
Την βάρυνα αρκετά κι ήταν ασήκωτη.
Νομίζω πως φαίνεται όταν περπατώ, για αυτό κι αναρωτιέμαι αν το 'δε κανείς.
Πως έχω μια καρδιά στο στομάχι.
Ανακατεύομαι.
Εκεί που δεν πρέπει ν'ανακατευτώ.
Γιατί αν ανακατευτώ αρκετά, αρχίζω να μιλώ για μοναξιά.
Και τότε ξερνάω ψέματα και τοξικές φιλίες.
Όπως και να 'χει, στους κόσμους αυτούς έχω πολλά πλάσματα κι ανθρώπους.
Δεν μιλώ για μοναξιά επειδή είμαι μόνη.


Μιλώ για μοναξιά επειδή απουσιάζω.
Και ποιος θα το 'λεγε, πως θα απουσίαζα εγώ.
Εγώ, η διαυγής, η εγωκεντρική, η ακέραια.
Εγώ που έχω κάνει την αστάθεια σταθερότητα.
Εγώ που έλεγα πως δεν έχω άλλο μισό και πως έχω γεννηθεί ολάκερη.
Εγώ;

Απουσιάζω γιατί το μυαλό μου είναι ο κόσμος όλος.
Τα ποτάμια είναι το νευρικό μου σύστημα, το χώμα είναι το μυαλό μου.
Τα βουνά είναι οι όγκοι παραλογισμών και ο ουρανός το κρανίο μου.
Τόσο εύθραυστο και αμφιλεγόμενο.
Τόσο μη συγκεκριμένο.
Τα σύννεφα είναι οι μικρές μου αμφισβητήσεις μες στη μέρα.
Και τα έντομα, τα ζουζούνια, είναι οι παρεμβολές παράνοιας που έχει απομείνει από γονίδια.
Έχει απομείνει και θα απομένει πάντοτε, μιας και εγώ ουδεμία σχέση είχα ή θα έχω ποτέ με ουσίες και φάρμακα.
Γεννήθηκα και θα πεθάνω με την λογική και την τρέλα που έθρεψαν τα παιδικά μου χρόνια.
Η αλήθεια και η χημεία στο σώμα μου δεν πάνε μαζί.
Για αυτό αν σύμφωνα με το νόμο τρελαθώ, μόνο την αλήθεια ξέρω πως θα λέω.
Και αυτό μου αρκεί για να μην βρομίσει το μυαλό μου παραπάνω.
Θέλω να βλέπω καθαρά όσα μου έχει κάνει η κοινωνική αυτή πραγματικότητα.
Για να θυμάμαι ακόμη κι όταν τρελαθώ ποιοι στέκονται απέναντί μου.
Όμως ξέρω πως μαζί μου, πλάι μου ή κάπως διαγώνια, θα στέκονται κι άλλοι.
Για αυτό και δεν είναι αυτός ο λόγος που απουσιάζω.
Και που μιλώ για μοναξιά.

Μιλώ για μοναξιά επειδή οι άνθρωποι είναι οι σκέψεις μου.
Είναι οι αόρατες πινέζες μέσα στον εγκέφαλό μου.
Που καταπατούν τα βουνά, μολύνουν τα ποτάμια και χαρακώνουν με σημαίες το χώμα.
Ψεκάζοντας τα έντομα, τα οποία είναι εξαιρετικά ανθεκτικά.
Τόσο, που δεν τα σκοτώνουν, τα κάνουν να ωρύονται.
Να τσιγκλίζονται, να θερμαίνονται, να πανικοβάλλονται από οργή κι αβεβαιότητα.
Και τότε αρχίζουν τη μία να τρέχουν πάνω κάτω σε όλο τον εγκέφαλο.
Την άλλη να συσσωρεύονται στη μια πλευρά του.
Και να προσθέτουν βάρος στον δεξί ώμο.
Ή και να αφαιρούν.
Και τότε κάπως πρέπει είτε να βρέξει για να κρυφτούν μες στο χώμα.
Είτε να ρίξει κεραυνούς και να τα φθείρει.
Είτε να βγει ο ήλιος να ησυχάσουν.
Πάντως σε όλες τις περιπτώσεις είτε παραμένουν-
-είτε προκαλούνται καταστροφές-
-είτε προσθαφαιρούν βάρος-
-είτε ηρεμούν τον πανικό τους-
-σε όλες τις περιπτώσεις βρίσκονται πάντα εκεί και υπάρχουν.
Γιατί η αλήθεια είναι πως έχουν τόσο εξοικειωθεί με τον εγκέφαλό μου-
-που τον νομίζουν πια για σπίτι.
Κι εγώ έχω τόσο συνηθίσει τη συγκατοίκηση-
-που δεν με βλέπω ολάκερη πια χωρίς αυτά.

Μιλώ όμως για μοναξιά.
Επειδή οι άνθρωποι που είναι οι σκέψεις μου, δεν είναι σκέψεις αλληλένδετες.
Είναι ξέχωροι, διάσπαρτοι, διχασμένοι, εχθρικοί.
Απατούν, εκμεταλλεύονται, υποτιμούν, εξουσιάζουν.
Ο ένας τον άλλο, ο ένας τους πολλούς, πολλοί έναν.
Υψώνουν τον εαυτό τους πάνω από τα μυαλά των άλλων.
Φτιάχνουν κορνίζες με τις αξίες τους και υπογράφουν χαρτιά που τις επιβεβαιώνουν.
Κάνουν λίστες με αυτούς που θέλουν να πληγώσουν.
Αφαιρούν δικαιώματα, λογοκρίνουν, πλάθουν κατηγορίες κοινωνικής αποδοχής.
Σκάβουν μεγάλους λάκκους και μαύρες τρύπες με περιθώρια.
Και θάβουν μέσα ό,τι δεν χωράει στις λίστες και τα χαρτιά τους.
Πουλάνε κι αγοράζουν θερμή ζωντανή ύλη.
Δεν είμαι εγώ σκοτεινή, ούτε τα κείμενά μου.
Εκείνοι είναι.
Μου καρφώνουν πινέζες στο μυαλό μου-
Γίνονται σκέψεις αντιφατικές και εχθρικές και ανίκανες να συνυπάρξουν μέσα μου.
Κάνουν τα κύτταρα του εγκεφάλου μου αποξενωμένα το ένα απ' τ'άλλο.
Με διαχωρίζουν, με τεμαχίζουν, με περιπλέκουν, ανακατεύουν τα κομμάτια μου.
Με ανακατεύουν.
Για αυτό μιλώ για μοναξιά.

Όχι επειδή είμαι μόνη.
Αλλά επειδή υπάρχουν άνθρωποι που το προτιμούν να είμαι.
Που θέλουν τις σκέψεις μου να ξέρουν ότι είναι.
Να τις κάνουν να μου λένε πως κι εγώ είμαι.
Και να μην μπορώ να δεθώ, να δώσω τα χέρια μου να βοηθήσουν.
Να αγαπήσω, να εμπιστευτώ, να αντιδράσω.
Και πάνω απ' όλα, μιλώ για μοναξιά επειδή είμαι κι εγώ άνθρωπος.
Ένας άνθρωπος που έχει πειστεί πως ο κόσμος είναι το μυαλό του.
Και κυρίως για αυτήν την τοξική πεποίθηση, αισθανόταν ενοχή.
Διότι αν ο κόσμος είναι το μυαλό μου και οι άνθρωποι δρουν έτσι-
-τότε αυτό δεν θα σήμαινε πως εγώ τους οδηγώ;

Μιλώ για μοναξιά επειδή ο εγωκεντρισμός μου είναι κάτι επικίνδυνο.
Σκοτεινό και κρύο.
Δομημένος και κατασκευασμένος αυστηρά από συστατικά μιας αυτιστικής κοινωνίας.
Κάτι που μυρίζει ασθένεια και παλεύω να θεραπεύσω.
Όμως αυτή είναι δική μου δουλειά, για εμένα.
Αυτό που έχω να κάνω τώρα, με αυτό που ήδη έχω-
-είναι να στρέψω τον εγωκεντρισμό μου ενάντια σε αυτό που τον τρέφει.
Να μετατρέψω την παθητική ενοχή σε κάτι ενεργητικό που θα δρα από τους ίδιους πυρήνες.
Που θα ανασαίνει με τα ίδια πνευμόνια παραγόντων κι αιτιών.
Να κάνω την ενοχή  ε υ θ ύ ν η.

Αφού είμαι ένοχη και τέτοια νιώθω, το χρωστάω στο μυαλό μου να επανορθώσω.
Με τη διαφορά ότι σε αντίθεση με τους ενόχους της οθόνης και των εφημερίδων-
-και όσων κρατούν μικρόφωνα και υπογράφουν χαρτιά-
-εγώ κάθε άλλο παρά να αθωωθώ επιθυμώ.

                                                                                                                                         -veldaerya

Friday 5 October 2018

υγρασία στην ζάχαρη

   Να, αυτό μου συμβαίνει. Ξαπλώνω τη νύχτα στο κρεβάτι και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν μπορώ να με πάρει ο ύπνος. Γι' αυτό το πρωί είμαι σαν να μην υπάρχω. Και λένε να πάρεις σίδηρο και να πάρεις βιταμίνες και το ένα και το άλλο. Καθείς σε ξεπετάει με ό,τι μαλακία του κατεβαίνει στο κεφάλι. Σχεδόν δεν ακούνε άμα λες δεν κοιμάμαι. Ναι, δεν κοιμάμαι. Κλείνω δηλαδή τα μάτια μου, βλέπω εικόνες και τέτοια, δεν ονειρεύομαι όμως, απλά ξέρεις, αυτά τα σενάρια που κάνεις καμιά φορά ασυνείδητα. Ότι κλωτσάει λέει κάποιος στον δρόμο ένα σκυλί και πάω εγώ και τον βρίζω. Και βριζόμαστε και τσακωνόμαστε και πιανόμαστε στα χέρια. Ή πως γίνεται λέει τώρα σεισμός μεγάλος και πέφτει το ταβάνι απάνω μου και ξυπνάω μετά από μισή ώρα ζαλισμένη. Μέσα στα ερείπια και τις σκόνες. Και κάνω να φύγω και είναι το πόδι μου εγκλωβισμένο και δεν μπορώ. Μένω εκεί παγιδευμένη για ώρες χωρίς νερό, χωρίς τίποτα, το κινητό μου από σήμα τίποτα, και με βρίσκουνε τελικά οι πυροσβέστες αλλά έχει λέει μείνει τόσες ώρες το πόδι μου χωρίς να αιματώνεται που θα χει πάθει γάγγραινα και αν μου το απεγκλωβίσουνε θα πάει σ' όλο το σώμα και θα πεθάνω. Οπότε πρέπει να μου το κόψουνε. Αλλά όλα αυτά δεν είναι όνειρα, κατάλαβες; Είναι, πώς το λένε, σαν να ονειροπολώ, αφηρημένη. Απλά το κάνω με τα μάτια κλειστά, αλλά χωρίς να κοιμάμαι, αλήθεια. Είμαι βέβαια έτσι εγώ, ονειροπολώ συνεχώς, και μ' ανοιχτά και με κλειστά μάτια. Μια φορά, φαντάσου -αυτό μου είχε φέρει μεγάλη ντροπή- ήμουν στα ΕΛΤΑ και καθόμουν και σκεφτόμουν κάτι, μιαν ιστορία, θλιβερή ιστορία. Κάποιος είχε πεθάνει, κάτι τέτοιο. Κι έβαλα τα κλάμματα, εκεί, καταμεσής του κόσμου, να με κοιτάνε όλοι να κλαίω χωρίς κάποιον προφανή λόγο. Ντράπηκα πολύ, σηκώθηκα κι έφυγα. Δεν με πειράζει που γελάς, κι εγώ γελάω πια..
    Έναν καιρό το έψαχνα πολύ αυτό με τον ύπνο, αυτό που σου λέω. Και προσπαθούσα λέει να το ξεπεράσω και τα ρέστα. Έκανα τότε κάτι, τέλος πάντων, άσε, κάτι -με σ'χωρείς- μαλακίες, μου τις είχε πει κάποτε ένας γιατρός. Και κάτι άλλες μου τις είχανε πει φίλοι. Να ξαπλώνεις λέει μπρούμυτα και να συγκεντρώνεσαι στον ήχο της καρδιάς που χτυπάει και θα νανουριστείς. Κολοκύθια, εγώ άμα το κάνω αυτό ανατριχιάζω, με πιάνει κι ένα άγχος πως θα σταματήσει και θα πεθάνω. Μια παράνοια, δηλαδή. Άλλος τρόπος είναι λέει να κάτσεις να σκεφτείς κάτι όμορφο. Και κάθομαι εγώ και πλάθω ιστορίες και τα λοιπά, παραλίες, απόγευμα, θάλασσα, μωβ, άμμος, παρέα, και τα ρέστα, κάνω εικόνα μια φάλαινα να κολυμπάει, έτσι γαλήνια όπως κολυμπάνε, σε αυτόν τον πολύ ξεχωριστό χρόνο, τον δικό τους· πάντα μ' άρεσε αυτή η εικόνα· ή ξέρω 'γω σκέφτομαι την αγάπη· αυτό είναι πολύ εύκολο· δεν την σκέφτομαι ακριβώς δηλαδή, την θυμάμαι· και μπορεί να θυμάμαι αγάπη που αισθάνθηκα την ίδια μέρα ή αγάπη που αισθάνθηκα πριν τέσσερα χρόνια, αλλά αγάπη. Σκέφτομαι χέρια, ωραία χέρια που χάιδεψα ή που με χαιδέψανε, ή καμιά φορά -αυτό είναι τ' αγαπημένο μου- φαντάζομαι αυτό το μεγάλο σπίτι που ονειρευόμουν πάντοτε να μείνω. Ένα σπίτι να χωράει όλους κι όλες που αγαπάω. Με έναν μεγάλο κήπο, και μια όμορφη ξύλινη σκάλα, κι αυτή τη βεράντα στον πάνω όροφο που θα κάνουμε την παρέα μας τα καλοκαίρια. 
   Απλά, πάντα μ' αυτά τα πράματα με πιάνει μια νοσταλγία.. Κατάλαβες. Νοσταλγία είτε γι' αυτά που δεν έζησα -κι ίσως δεν ζήσω- είτε γι' αυτά που έζησα και περάσανε. Οπότε, μετά, λίγο-πολύ, πώς να σ' το πω. Μου 'ρχεται κι αρχίζω και διηγούμαι στον εαυτό μου την ζωή μου. Ασυναίσθητα. Λες και δεν την ξέρω. Και με πιάνει τότε μια φλυαρία. Δεν φαντάζεσαι. Θυμάσαι τότε που, και τα ρέστα. Τότε που ήτανε Αύγουστος, νύχτα, και περπατούσαμε στο μόλο και γλίστρησε ο Θοδωρής και έπεσε στη θάλασσα και τον βάλαμε να σκαρφαλώσει και θα τον τραβούσαμε λέει έξω αλλά τι να κάνεις που μας τράβηξε κι εμάς κάτω κι βρεθήκαμ' όλοι μες στο νερό· ή τότε που είχα λέει πάρει τα τσιγάρα της μάνας μου και τα 'χα βαφτίσει μέσα σ' ένα ποτήρι και της τα 'χα αφημένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, τάχαμου για να κόψει το κάπνισμα· ή τότε που ήταν άνοιξη και καθόμασταν όλες στο μπαλκόνι και μαζί με τη συζήτηση μας πήραν και τα κλάμματα κι ούτε που ξέραμε γιατί· ή εκείνη τη φωτογραφία στο άλμπουμ, που είμαι λέει στο σπίτι της γιαγιάς και κάθομαι στον καναπέ και το μαξιλάρι δίπλα μου είναι όσο το μπόι μου.. Τέτοια σκέφτομαι, κι είτε βάζω τα γέλια είτε βάζω τα κλάμματα, καμιά φορά και τα δυο μαζί. Καμιά φορά από χαρά που τα 'ζησά γελάω, καμιά φορά κλαίω επειδή περάσανε. Ή τ' ανάποδο. Και πιάνω τον χρόνο, σαν να 'τανε τσέπη, και τον γυρνάω τα μέσα έξω, να δω πού, πώς. Άμα έφταιξα πουθενά, άμα πλήγωσα κάποιον, και πώς. Τ' άσχημα λόγια που μου 'χουνε πει, και τι θα 'πρεπε να 'χα απαντήσει και δεν το 'κανα. Χίλια πράματα που θα 'πρεπε να 'χα κάνει και δεν έκανα. Τις ευκαιρίες που είχα και τις έχασα. Κάθε φορά ψάχνω τα ίδια ,και κάθε φορά πάει ξημέρωμα για να θυμηθώ πως δεν έχει πια τίποτα νέο ν' ανακαλύψω. Και μπορεί τότε με το μαξιλάρι βρεμένο ακόμα ν' ανάψω το πορτατίφ και ν' αρχίσω να ψάχνω στο σταυρόλεξο την πρωτεύουσα της Αρμενίας, εφτά γράμματα, τάχαμου να ξεχαστώ, και τα ρέστα. Κι ύστερα να σηκωθώ, να πάω ως το ψυγείο και ν' αρπάξω καμιά σοκολάτα, τέτοια πράγματα. Ντοπαμίνη για αρχάριους, ένα τέτοιο πράγμα. Τι να σου πω. Κι ύστερα να γυρίσω στο κρεβάτι μου, με τα δόντια μου ζαχαρωμένα και το κεφάλι μου δυο φορές το βάρος μου και τα μάτια μου σχεδόν κλειστά, και πάλι να ξαπλώσω, και να περιμένω..
   Έχω αλλάξει πολλά σπίτια εγώ, και σαν οικογένεια είχαμε αλλάξει πολλά σπίτια. Αφού μέχρι τα δεκατρία μέναμε στο νησί. Και μετά στην Αθήνα. Στην Αθήνα νοικιάζαμε, στο νησί ήταν δικό μας το σπίτι, αλλά το πουλήσαμε. Τέλος πάντων. Μ' αρέσει κιόλας ν' αλλάζω σπίτια, ν' αλλάζω γειτονιές, είναι σαν να 'χω ζήσει πολλές ζωές επειδή έχω ζήσει τόσα σπίτια. Σπίτια που παλιά μένανε άλλοι, κι όλο και κάτι έχουνε αφήσει από λάθος τους. Θ' ανοίξεις δηλαδή ένα συρτάρι ξεχασμένο και θα βρεις μέσα παιδικά αυτοκόλλητα τριών ετών. Ή άμα κοιτάξεις καλά καλά στο γραφείο θα δεις πως κάποιος είχε χαράξει μια φράση, και κάποιος άλλος προσπάθησε να τη σβήσει. Αυτά πάντα με ενθουσιάζανε. Τα σημάδια πως κάποιοι άλλοι, με τις δικές τους ξεχωριστές ιστορίες, ζούσανε την ζωή τους εδώ. Όπως την ζούμε εμείς τώρα. Μια φορά, είχα βρει, μαγκωμένη ανάμεσα σε δυο συρτάρια της κουζίνας, μια λίστα σούπερ μάρκετ. Φοβερό; Εμένα με είχε εκπλήξει. Τέλος πάντων, σε κουράζω..  
   Α, σε αυτό το σπίτι, αυτό που είχα βρει τη λίστα σούπερ μάρκετ, ζούσα μόνη. Ήταν όταν θέλησα να αυτονομηθώ, βρήκα δουλειά στην Αθήνα -δεν σπούδασα ποτέ μου- και νοίκιασα μια γκαρσονιέρα μοναχή μου. Κοσιπέντε τετραγωνικά. Τότε λοιπόν είχα πάλι αϋπνίες, ίσως να ήταν η πρώτη φορά που με πιάνανε έτσι. Συνήθως ξάπλωνα, περνούσε όλη η νύχτα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, κάτι όνειρα γεμάτα άγχος, και μετά, κοίτα να δεις. Με το που ξημέρωνε, έφευγε κάποιος, πήγαινε στη δουλειά του ο άθρωπος ή δεξερωγώ, πάντως τον άκουγα να κατεβαίνει κάθε ξημέρωμα την ίδια ώρα τις σκάλες. Κι αυτό το πράμα, αυτός ο ήχος, που τον είχα τόσο πολύ συνδέσει με το τέλος αυτού του βασάνου, με χαλάρωνε πάντα. Ένα πράμα, πώς να σ'το πω, σαν εξιλέωση, ήταν το μήνυμα του τέλους αυτού του αργού βασανισμού της νύχτας. Μαζί μ' αυτά τα βήματα στα σκαλοπάτια άρχιζε όλη η πόλη να ξυπνάει, κι αυτό μου 'δινε μιαν ασφάλεια· ένιωθα ασφαλής ν' ακούω τον κόσμο γύρω μου να υπάρχει· μου καθησύχαζε μιαν, ας πούμε, μοναξιά· ένιωθα πως δεν κοιμόμουν μόνη· όπως όταν ήμουνα παιδί κι είχα εφιάλτες κι έβαζα τη μάνα μου να 'χει την τηλεόραση αναμμένη και να μην κοιμάται ως να με πάρει ο ύπνος. Είχα -στο παλιό το σπίτι- αυτό το παράθυρο που έβλεπε στο φωταγωγό, από 'κει τ' άκουγες όλα. Τον διπλανό να πλένει τα δόντια του, την από πάνω που έβλεπε ειδήσεις κι έτρωγε πρωινό, τον Μιχαλάκη στον τρίτο που δεν ξυπνούσε με τίποτα να πάει στο σχολείο. Κι έτσι νανουριζόμουνα και με 'παιρνε, επιτέλους, ο ύπνος. Κοιμόμουνα λοιπόν ξημερώματα και ξυπνούσα πια μεσημέρι. Αλλ' αυτό δεν πείραζε, δηλαδή, δεν με ένοιαξε ποτέ να ξυπνάω αργά, κι η δουλειά μου άλλωστε ξεκινούσε στις πέντε το απόγευμα πάντοτε. Ήμουν τότε βλέπεις σερβιτόρα σε ένα καφέ μπαρ. Πάντα τέτοιες δουλειές έκανα. Είχα υπάρξει κάποτε και υπάλληλος σε ένα πρακτορείο τυχερών παιχνιδιών. Ήταν ξεκούραστα εκεί, καμιά σχέση με την ορθοστασία της σερβιτόρας, αλλά ντρεπόμουν πολύ. Οι άντρες με έκαναν να ντρέπομαι πολύ. Και σαν σερβιτόρα μου μιλούσαν καμιά φορά πρόστυχα, αλλά τους απέφευγα, κι είχα πάντα το αφεντικό μου που τους έβαζε στην θέση τους, ήταν μια καλή γυναίκα. Όλο μου έλεγε έχω κόρη στην ηλικία σου και καταλαβαίνω, και τα ρέστα. Ενώ στο πρακτορείο ήμουν μόνη, κι όταν είχα παραπονεθεί στο αφεντικό για τις προστυχιές μου είχε πει κάτι του τύπου, αυτοί είναι οι πελάτες μας. Τι να κάνουμε. Αυτό βέβαια δεν ισχύει, δεν ήταν όλοι οι πελάτες έτσι, αλίμονο. Όλων των λογιών οι άνθρωποι έρχονταν στο πρακτορείο. 
   Φλυαρώ όμως, με συγχωρείς. Ήθελα να σου πω για το μοναδικό σκυλί που είχα ποτέ μου. Θέλω να σου την πω αυτήν την ιστορία. Δεν την έχω ξαναπεί. Λοιπόν, τότε μέναμε στο νησί ακόμη. Εγώ ήμουν στο δημοτικό, ίσως στην τρίτη, ίσως στην τετάρτη τάξη. Το σπίτι μας λοιπόν, είχε μια μεγάλη αυλή, έβγαινες έξω κι έβλεπες κατευθείαν στη θάλασσα. Είχαμε κι ένα μποστάνι, φυτεύαμε και τρώγαμε απ' αυτά ό,τι μπορούσαμε. Λοιπόν, μια μέρα ήρθε ο αδερφός μου μ' ένα κουτάβι τόσο δα στα χέρια, ίσα που χωρούσε στις παλάμες του. Το είχανε βρει μαζί μ' άλλα δυο κουτάβια, δίπλα στη μάνα τους, που ήτανε νεκρή. Στην πίσω αυλή του σχολείου. Πήρε λοιπόν καθείς απ' τους φίλους του από ένα και το πήγανε στη μάνα τους. Το κρατήσαμε. Έπρεπε να το δεις να κοιμάται, ήταν τόσο γαληνεμένος που μας είχε. Με τον αδερφό μου ήμασταν ξετρελαμένοι. Παίζαμε όλη μέρα και το μεσημέρι ξαπλώναμε όλοι μαζί στο γρασίδι και κοιμόμασταν. Μικρά παιδιά, αιστανόμασταν σαν αγέλη, όλοι μαζί. Κατεβαίναμε στην παραλία και παίζαμε όλοι μαζί στη θάλασσα, τον παίρναμε μαζί μας όπου κι αν πηγαίναμε, και το βράδυ νιώθαμε ασφαλείς που μας έκανε παρέα όταν γυρνούσαμε σπίτι. Ήτανε όμως ανήσυχο σκυλί, και τη νύχτα ειδικά που τον αφήναμε μόνο στην αυλή -γιατί ο πατέρας μου δεν ήθελε ποτέ του τα σκυλιά γενικά, άσε μες στο σπίτι- πήγαινε και κατέστρεφε το μποστάνι. Κι ένα πρωί ξυπνάει ο πατέρας μου και βγαίνει έξω κι είναι όλο το μποστάνι χάλια. Τα πάντα. Ήταν που δεν τα 'θελε τα σκυλιά, κι ήτανε κι ο κόπος του -δεν τον δικαιολογώ, απλά σου λέω.. Καθόλου δεν τον δικαιολογώ. Τέλος πάντων, δεν θέλω να σου πω τι έγινε. Ούτε να τη θυμάμαι θέλω αυτή την ημέρα. Με ταράζει πολύ. Θα σου πω μόνο ότι το πήραμε στην αγκαλιά μας το σκυλί με τον αδερφό μου, και τρέχαμε να βρούμε το γιατρό, αλλά δεν τον προλάβαμε. Γυρίσαμε στο σπίτι με τα ρούχα μας μες στα αίματα. Κι ο πατέρας μας μάς είδε και δεν είπε λέξη. Τίποτα. Αυτό δεν του το συγχώρησα ποτέ, για καιρό δεν θέλαμε να τον βλέπουμε μπροστά μας. Ούτε 'γω ούτε ο αδερφός μου.  
   Α, για να δεις που ξημερώνει πάλι. Τι σ' τα γραψα όλ' αυτά τώρα δεν ξέρω. Μου 'πανε θα βοηθήσει. Άμα κάτσεις να τα γράψεις, λέει. Τι να γράψω.. Μου είπανε, συγκεκριμένα, πως άμα δεν κοιμάσαι παναπεί πως κάτι σε βασανίζει. Κι άμα αρχίζεις να γράφεις έτσι ελεύθερα στο τέλος θα βγει μόνο του. Όπως μια γυναίκα - θα σου πω. Αυτήν εγώ δεν την ήξερα καλά, αλλά είχε τύχει μια φορά να συζητήσουμε βαθιά. Είχε τότε ένα παιδί, δύο χρονών. Μου είπε λοιπόν πως αυτή έπασχε από επιλόχειο. Μετά που γέννησε. Ξέρεις τι είναι αυτό; Κάποιες γυναίκες μετά τη γέννα παθαίνουν κατάθλιψη. Αυτό είναι. Είναι συχνό. Τέλος πάντων, αυτή λοιπόν γέννησε κι ύστερα δεν ήθελε να δει το μωρό της. Καθόλου. Κι άμα το 'βλεπε έβαζε κατευθείαν τα κλάμματα και έκλεινε τα μάτια και φώναζε πάρτε το από μπροστά μου. Αυτό δεν ξέρω άμα είναι αλήθεια ή άμα υπερβάλλει, αλλά αυτό μου είπε. Τέλος πάντων. Δεν ήθελε όμως να μιλήσει σε κανένα, ούτε στον ψυχολόγο, γιατί ντρεπότανε πολύ γι' αυτά που σκεφτόταν και δεν ήθελε να δει το μωρό της. Ένιωθε πως ήτανε κακός άθρωπος. Πάει λοιπόν ένα πρωί ένας γιατρός και τη σηκώνει, και τη βάζει στο μπάνιο. Της δίνει το κλειδί, και της λέει, κλειδώσου μέσα, κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη και πες τα όλα. Πες τι σου συμβαίνει. Πες τι νιώθεις, χωρίς να ντραπείς, δεν θα σε κρίνει κανένας. Κάτι τέτοιο. Κι αυτή το έκανε κι ύστερα θεραπεύτηκε. Αυτό μάλλον εννοούσανε να κάνω κι εγώ. Να κάτσω να τα γράψω ως να μου φύγουν. Αλλ' εγώ δεν έχω τίποτα συγκεκριμένο στο νου μου. Ίσως. Μόνο φλυαρίες.. Κι ύστερα, μπαμπά; Ύστερα, κολοκυθόπιτα. 




Saturday 1 September 2018

Αν ήμουν συναίσθημα θα ήμουν

Μόνοι με ό,τι καταφέραμε να αποδεχτούμε.
Μόνοι με όσα πιστέψαμε ότι είναι αληθινά
Αληθινά να μένουν και όταν εμείς νιώθουμε ψέμα
Είναι αφέλεια και παραμύθα να πιστέψεις στον έρωτα ως αλήθεια;

Ο κόσμος μου κλείνει και ανοίγει, ανά περιόδους, στιγμές
Δεν ψάχνω να γεμίσω χώρο
Ότι μπαίνει, μπαίνει επειδή ταιριάζει φυσικά
Μερικές φορές δεν υπάρχει βέβαια καθόλου κενό
Ή τέλος πάντων έχω μπλοκάρει τις εισόδους
και αναγκαστικά και τις εξόδους

Τώρα έχω όλους εσάς μέσα στον κόσμο του κορμιού μου
Δεν πρόκειται να σας διώξω
Δεν θα υποκύψω στους δαίμονες που θέλουν το μέρος για την πάρτη τους και μόνο
Αλλά αυτό είναι αγάπη κυρίως,
και όποιος έρωτας κρύβεται πίσω από την μεγάλη ομπρέλα της
δικαιολογείται

Ο έρωτας όμως ως αφετηρία;
Δικαιολογείται... η μαγεία;
Πύλες του μυστηρίου παντού γύρω μας
Όχι, ο έρωτας δεν είναι το κλειδί
Ούτως ή άλλως, πολλή φασαρία γίνεται για τα κλειδιά
Οι πόρτες ανοίγουν με πολλούς τρόπους
Παραβιάζονται, σπάνε
Ο έρωτας είναι τα γυαλιά, που σε κάνουν να βλέπεις τις εισόδους
και να αισθάνεσαι τα φανταστικά ενδεχόμενα που κρύβονται πίσω από αυτές
Μετά από αυτές
Χώρος, χρόνος
Το ίδιο και το αυτό
Το ένα και το άλλο
Τι σημασία έχει άλλωστε, όταν το μόνο που σκέφτεσαι είναι τα βάθη
Βάθη πέρα απ'το χώρο
Βάθη πέρα από... τις πρώτες στρώσεις

Θέλει όμως το μυστήριο να το ανακαλύψεις;
Τα όμορφα πράγματα λένε, δεν ζητούν προσοχή
Υπάρχουν όμως χωρίς παρατηρητή;
Και περισσότερο, έχουν συνείδηση της ύπαρξής τους, αν δεν γνωρίζουν ότι κάποιος τα βλέπει;

Και, τέλος, μέχρι ποιο βάθος φτάνει κανείς;
Ποιός παράγοντας ορίζει το όριο;
Αν έχεις πάρει καλή ανάσα πριν βουτήξεις;
Δεν το πιστεύω, η αναπνοή είναι η πηγή
Χωρίς αυτήν, ό,τι αντιλαμβάνεσαι με τις αισθήσεις παραμένει νεκρό
Σκέτη άψυχη ύλη
Μόλις αρχίσεις να ανασαίνεις, τα πάντα ζωντανεύουν
Ο σκοτεινός διάδρομος γίνεται ανοιχτός ουρανός

Όσο ανασαίνεις, προχωράς

( Το όριο για την ώρα )

 Lyra

Monday 20 August 2018

διαστημόπλοιο "ζήτα τόνος τριάντα τρία"

Τα πόδια μου βουλιάζουν στα βαλτώδη νερά της προσδοκίας.
Δεν έχω πια φόβο παραδοχής για το ότι πατάω στον αέρα με τα χέρια.
Τα πόδια μου δείχνουν το έδαφος και μοιάζω να πορεύομαι με τον κόσμο.
Αλλά η βαρύτητα στο μυαλό μου έχει μετατοπίσει το σώμα μου.
Κυλώ ανάμεσα στα όντα και τα παρόντα και τα παρελθόντα-
-και όλο το βάρος του σώματός μου το αισθάνομαι στις παλάμες των χεριών μου.
Που δείχνουν τον ουρανό και τα αστέρια και τα σύννεφα.
Περπατώ με τα χέρια ψηλά και το βάδισμα προκύπτει απ' τον αντίχειρα.
Έχω γυρίσει τον κόσμο ανάποδα και εκείνος εμένα.
Τα πόδια μου είναι ελαφριά και ανέμελα καθώς ανεμίζουν στο έδαφος.
Περιμένω το διαστημόπλοιο της συγχώρεσης για τη φύση μου-
-να έρθει να με πάρει μακριά απ' την ενοχή της μοναχικότητας.

Η μοναξιά μου είναι κάτι ασταθές.
Δεν τη βρίσκω ανάμεσα στους ανθρώπους, ούτε και μαζί μ' εμένα.
Είναι κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις.
Στη μέση-και μου 'λεγες πως είμαι των άκρων.
Ίσως και να είμαι των άκρων, μιας και τη μια περπατώ με τα χέρια στον άνεμο-
και την άλλη με τα πόδια στη συγκατάβαση.
Σταμάτησα να φοβάμαι το μη πραγματικό τη στιγμή που το ένιωσα σα σπίτι.
Η θερμότητα και η ασφάλεια έχει μετατοπιστεί στο όνειρο.
Το ασυνείδητο είναι το σπίτι μου.
Με καλωσορίζει και μου δίνει μνήμες για επιβράβευση.
Νιώθω ασφάλεια στην ανάμνηση της παιδικότητας.
Είμαι ελεύθερη να φυλακιστώ όποτε εγώ το επιθυμήσω-
-και τόσες φορές που σας είπα να με αφήσετε, πια το κάνατε.
Και καλά κάνατε.
Μεταπηδώ από νεύρωση σε νεύρωση.
Κι από σπόνδυλο σε σπόνδυλο.
Ζω μέσα στο σώμα μου.
Γλιστράω στις αρτηρίες και κάνω τραμπολίνο στα πνευμόνια.
Η καρδιά μου είναι το πιο φιλόξενο δεντρόσπιτο.
Μυρίζει πρωινές μυρωδιές φούρνου και βρεγμένο χορτάρι.
Το δέρμα μου έχει βουνά και λόφους απόκρημνους.
Μια φορά είχα χτυπήσει κάνοντας τσουλήθρα στη γλώσσα μου.
Κι από τότε ξεκίνησα να έχω σημάδια λιγάκι πιο μόνιμα.
Κάνω βουτιά στο βάλτο με τα αιμοσφαίρια και τα γαργαλώ για να γελούν-
-έχουν το παιδικό μου γέλιο.
Έτσι, ψυχρό, υγρό, εξωγήινο, αλλά με το χρώμα της θέρμης και του πάθους.
Να ξεγελά πως η ζωή υπάρχει.
Πως υπάρχει με ζήλο, ζωηράδα και κάτι άλλο από ζήτα.
Να, σαν αυτό το "ζήτα" που σου είχα πει μια μέρα που έριξα το εγώ μου απ' το μπαλκόνι.
"Ζήτα μου".
Ή σαν το "Ζ" που ζωγράφισε η Ζωή μια μέρα στο χάρτη.
Και είπε "να, αυτή θα είναι η ζωή μας, αυτή η διαδρομή."
Ένα "ζήτα" που απλωνόταν από την Γροιλανδία στην Ιαπωνία-
-κι έπειτα στην Ανγκόλα έως την Αυστραλία.
"Η διαδρομή μας πριν χαθούμε".
Και τώρα που χαράξαμε το επόμενο όνειρο αρχίσαμε να ελπίζουμε.
Να κρατηθούμε ενωμένοι έως τότε - λιγάκι ακόμα δηλαδή.

Καλά όλα αυτά.
Και η αγάπη και η συντροφιά και όσα νομίζουμε ότι κατακτούμε.
Αλλά εγώ θα ξεχαστώ γιατί, όσο βαδίζουμε μαζί-
-εσείς αφήνετε ίχνη στο έδαφος κι εγώ με τις παλάμες μου στον άνεμο.
Κι είναι σαν να μην υπήρξα ποτέ στις πορείες και τις διαδρομές.
Γιατί η ύπαρξη ανιχνεύεται με προδιαγραφές.
Νομίζω και πως δεν ήρθα εδώ για να υπάρξω.
Αλλά για να βρίσκω πάντα τρόπο να ονειρεύομαι και να ξεφεύγω.
Να ψάχνω το σπίτι μου, να γυρίσω πίσω στο σπίτι.
Που έχει γεύση ανάμνησης και νοσταλγίας και φαντασίωσης.
Να περιμένω το διαστημόπλοιο Ζ'33.
Προσπαθώντας απελπισμένα να βρω για εκείνο ένα χώρο να προσγειωθεί.

Αλλά πώς προσγειώνεται κανείς στο έδαφος όταν δεν ακολουθεί τη βαρύτητα;

-veldaerya

συγκατάθεση στο περίπου

Σχεδόν. Σχεδόν σπίτι, σχεδόν η πόλη μου, σχεδόν οι φίλοι μου. Οι παρέες, σχετικό, ίσως σχεδόν να μου ταιριάζουν. Είμαι ο εαυτός μου στο περί...